Άλλες εξετάσεις στο σπέρμα 2018-04-29T22:43:35+00:00

Άλλες εξετάσεις στο σπέρμα

Βιοχημικοί δείκτες σπέρματος

Το σπερματικό υγρό περιέχει διάφορες χημικές ουσίες, η κάθε μία από τις οποίες εκκρίνεται από διαφορετικό όργανο του ανδρικού αναπαραγωγικού συστήματος. Στην παραγωγή του σπερματικού υγρού συμβάλλουν ο προστάτης, οι σπερματοδόχοι κύστες, οι βολβοουρηθραίοι αδένες και οι επιδιδυμίδες. Επομένως, η ανάλυση των συστατικών του σπερματικού υγρού (βιοχημικοί δείκτες) μπορεί να μας δώσει χρήσιμες πληροφορίες για τη λειτουργία των παραπάνω οργάνων.

Η μέτρηση των βιοχημικών δεικτών δεν είναι πάντοτε απαραίτητη. Αν ένα όργανο δεν λειτουργεί σωστά φαίνεται ακόμη και στα φυσικοχημικά χαρακτηριστικά, όπως π.χ. το pH, το ιξώδες κ.α. Οπότε δεν χρειάζεται να χρεωθεί αδίκως ο εξεταζόμενος επιπλέον εξετάσεις σπέρματος. Μια περίπτωση στην οποία είναι χρήσιμο να μετρηθούν οι δείκτες αυτοί, είναι αυτή της απουσίας σπερματοζωαρίων στο σπέρμα. Η πολύ χαμηλή συγκέντρωση ενός δείκτη μπορεί να υποδεικνύει ότι υπάρχει μια απόφραξη του πόρου που μεταφέρει τα σπερματοζωάρια. Ωστόσο, υπάρχουν περιπτώσεις όπου οι δείκτες είναι φυσιολογικοί παρόλο που υπάρχει απόφραξη ή κάποιος δείκτης είναι χαμηλός χωρίς να υπάρχει απόφραξη.

Με άλλα λόγια οι βιοχημικοί δείκτες βοηθούν τη διάγνωση, αλλά δεν την καθορίζουν.

Οι βιοχημικοί δείκτες που χρησιμοποιούνται για την αξιολόγηση της λειτουργίας των αδένων του ανδρικού γεννητικού συστήματος είναι οι ακόλουθοι:

Για τον προστάτη, το Κιτρικό οξύ, ο Ψευδάργυρος και η Όξινη φωσφατάση.

Για τις σπερματοδόχους κύστες, η Φρουκτόζη και οι Προσταγλανδίνες.

Για τις επιδιδυμίδες, η Καρνιτίνη και η α–γλυκοσιδάση.

Η παρουσία των αντισπερματικών αντισωμάτων στο σπερματικό υγρό συμβάλει στην υπογονιμότητα ενός ζευγαριού. Τα αντισώματα αυτά προκαλούν συγκολλήσεις μεταξύ των σπερματοζωαρίων με συνέπεια να παρεμποδίζεται η μετακίνησή τους και έτσι να γίνεται δύσκολη η σύλληψη χωρίς ιατρική υποβοήθηση.

Αντισπερματικά αντισώματα δημιουργούνται αν για κάποιο λόγο το αίμα έρθει σε επαφή με σπερματοζωάρια. Αυτό μπορεί να συμβεί εξαιτίας κάποιου σοβαρού τραυματισμού των όρχεων ή ως συνέπεια μιας χρόνιας φλεγμονής του γεννητικού συστήματος π.χ. προστατίτιδας ή επιδιδυμίτιδας.

Η εξέταση σπέρματος αυτή γίνεται όταν στο andro-test παρατηρηθούν συγκολλήσεις μεταξύ των σπερματοζωαρίων. 

Σε ένα υγιές σπέρμα, σχεδόν μόλις τα μισά σπερματοζωάρια κινούνται ικανοποιητικά και ακόμη λιγότερα έχουν και κατάλληλη μορφολογία ώστε να καταφέρουν να γονιμοποιήσουν ένα ωάριο. Με τον καθαρισμό σπέρματος μπορούμε να απομονώσουμε τα «γόνιμα» σπερματοζωάρια αυτά και να τα χρησιμοποιήσουμε στη συνέχεια είτε σε μια σπερματέγχυση, είτε για να γίνουν σε αυτά άλλες εξετάσεις σπέρματος, όπως π.χ. ο έλεγχος για κατατμήσεις στο DNA των σπερματοζωαρίων ή έλεγχος για ανευπλοειδίες.

Παλαιότερα, για τον καθαρισμό σπέρματος χρησιμοποιούταν ένα υλικό που πλέον έχει καταργηθεί. Το υλικό αυτό ήταν το percol και γι αυτό πολλοί έχουν συνηθίσει να αποκαλούν τον καθαρισμό σπέρματος με το όνομα αυτό.

Τα «γόνιμα» σπερματοζωάρια που απομονώθηκαν μετά τον καθαρισμό του σπέρματος μεταφέρονται σε ένα θρεπτικό υλικό όπου μπορούν να επιβιώσουν. Φυσιολογικά, μέσα στο υλικό αυτό, το 70% των «γόνιμων» σπερματοζωαρίων μπορεί να διατηρήσει την κινητικότητά του για 18 ώρες, στους 37°C. Η μακροβιότητα των σπερματοζωαρίων στις συνθήκες του εργαστηρίου είναι διαφορετική από εκείνη που έχουν εντός της γυναίκας, όπου φυσιολογικά μπορούν να επιβιώσουν για περίπου τρεις ημέρες.

Διαφορετική είναι και η μακροβιότητα των σπερματοζωαρίων στο σπερματικό υγρό. Κατά τη σεξουαλική επαφή, τα σπερματοζωάρια μένουν στο σπερματικό υγρό για λίγα λεπτά, μέχρι να το εγκαταλείψουν για να περάσουν από τον κόλπο στο εσωτερικό της μήτρας. Είναι λάθος λοιπόν αυτό που κάνουν τα μη ειδικευμένα εργαστήρια, τα οποία μετράνε τη μακροβιότητα των σπερματοζωαρίων στο σπερματικό υγρό μετά από 2, 6, ακόμη και 12 ώρες από την εκσπερμάτιση. Οι μετρήσεις αυτές δεν έχουν καμία διαγνωστική αξία και δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.

Συνεπώς, η μακροβιότητα των σπερματοζωαρίων δεν έχει κάποια διαγνωστική αξία. Η διατήρηση της κινητικότητας των σπερματοζωαρίων εντός ειδικού θρεπτικού υλικού είναι χρήσιμη μόνο για να εφαρμοστούν στη συνέχεια άλλες εξετάσεις σπέρματος ή τεχνικές ιατρικώς υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, όπως π.χ. η σπερματέγχυση.

Όταν υπάρχει μια μόλυνση, προκαλείται ερεθισμός και φλεγμονή. Συγκεντρώνεται πύον και τα κύτταρα της άμυνας του οργανισμού πολεμούν τον παράγοντα που προκάλεσε τη μόλυνση. Στη «μάχη» αυτή, παράγονται τοξικές ουσίες, όπως ελεύθερες ρίζες οξυγόνου (reactive oxygen species ή ROS), οι οποίες οξειδώνουν τα κύτταρα της περιοχής. Σκεφτείτε τώρα μια μόλυνση των γεννητικών οργάνων του άντρα, η οποία να έχει φτάσει μέχρι την επιδιδυμίδα, δηλαδή τον τόπο όπου ωριμάζουν και φυλάσσονται τα σπερματοζωάρια. Οι ελεύθερες ρίζες οξυγόνου που παράγονται, προκαλούν οξειδωτικό στρες στα σπερματοζωάρια. Λόγω του οξειδωτικού στρες αυτού, μπορεί να προκληθούν κατατμήσεις στο DNA των σπερματοζωαρίων, τα σπερματοζωάρια να μην ωριμάζουν σωστά και άρα να παρουσιάζουν ανώμαλη μορφολογία, να επηρεαστεί η κινητικότητά τους, να αυξηθεί το ποσοστό των ακίνητων σπερματοζωαρίων και συνεπώς να μειωθεί συνολικά η γονιμοποιητική ικανότητα του σπέρματος. Όπως είναι λογικό, η φλεγμονή και τα φαινόμενα οξειδωτικού στρες θα παραμείνουν ως ένα βαθμό και μετά τη θεραπεία της μόλυνσης με αντιβιοτικά, μέχρι την πλήρη ανάρρωση. Ο χρόνος αυτός είναι διαφορετικός από άτομο σε άτομο, άλλα συνήθως ένα μήνα μετά την αντιβιοτική αγωγή τα όργανα έχουν επανέλθει στη φυσιολογική λειτουργία τους και οι παράμετροι του σπέρματος θα πρέπει να έχουν βελτιωθεί.

O έλεγχος του οξειδωτικού στρες των σπερματοζωαρίων γίνεται με το NBT test, δηλαδή τη δοκιμασία που χρησιμοποιεί μια ουσία, την ΝΒΤ (nitroblue tetrazolium), για να προσδιοριστεί η παραγωγή ελεύθερων ριζών οξυγόνου (ROS).

Αντί για τις ελεύθερες ρίζες οξυγόνου, μπορεί κανείς να μετρήσει μια άλλη ουσία που παράγεται στον τόπο που υπάρχει μόλυνση, από κάποια άλλα κύτταρα της άμυνας του οργανισμού. Αυτή είναι η ελαστάση των κοκκιοκυττάρων.

Ένας άλλος τρόπος να αντιληφθεί κανείς ότι υπάρχει μόλυνση είναι μέσω της παρατήρησης πυοσφαιρίων στο σπέρμα. Για τον προσδιορισμό των πυοσφαιρίων γίνεται χρώση για την ταυτοποίηση των στρογγυλών κυττάρων. Με τη χρώση αυτή γίνεται διάκριση των πυοσφαιρίων από τα υπόλοιπα στρογγυλά κύτταρα.

Συνοψίζοντας, είτε το αποκαλέσει κανείς έλεγχο οξειδωτικού στρες σπερματοζωαρίων, είτε μέτρηση ελευθέρων ριζών οξυγόνου, είτε NBT test στα σπερματοζωάρια, είτε μέτρηση ελαστάσης κοκκιοκυττάρων, είτε ταυτοποίηση στρογγυλών κυττάρων, είτε έλεγχο φλεγμονών, στην ουσία πρόκειται για εξετάσεις σπέρματος που αποβλέπουν στον έλεγχο παρουσίας κάποιας φλεγμονής στο ουρογεννητικό σύστημα.

Αυτό που έχει σημασία λοιπόν δεν είναι με ποιόν τρόπο θα διαγνωστεί ότι υπάρχει φλεγμονή, αλλά τελικά να διαγνωστεί η φλεγμονή και να αντιμετωπιστεί, ώστε να προστατευτεί η υγεία του άντρα και συνεπώς να βελτιωθεί το σπέρμα. Πριν προχωρήσει κανείς σε πιο ειδικές εξετάσεις που σαφώς έχουν και ένα υψηλότερο κόστος, καλό θα ήταν να γίνεται αρχικά τουλάχιστον ένας πλήρης μικροβιολογικός έλεγχος κάθε φορά που κατά την ανάλυση σπέρματος παρατηρούνται ενδείξεις μόλυνσης.

Υπάρχουν πολλές εξετάσεις σπέρματος μέσω των οποίων μπορεί να ελεγχθεί η ικανότητα των σπερματοζωαρίων να γονιμοποιήσουν το ωάριο.

Μια εξ αυτών αξιολογεί την ικανότητα των σπερματοζωαρίων να «προετοιμαστούν» για την ένωση με το ωάριο. Λέγεται δοκιμασία υπερδραστηριοποίησης (hyperactivation assay) των σπερματοζωαρίων. Η ικανότητα αυτή εξαρτάται από κάποιες ουσίες που παρουσιάζονται στην επιφάνεια του σπερματοζωαρίου όταν αυτό βρεθεί κοντά στο ωάριο. Άλλες εξετάσεις αξιολογούν την ακεραιότητα ή την ωρίμανση του ακροσώματος, δηλ. του οργάνου που βοηθάει το σπερματοζωάριο να «τρυπήσει» το ωάριο. Η αξιολόγηση του ακροσώματος των σπερματοζωαρίων περιλαμβάνεται πάντα σε μια ανάλυση σπέρματος, όταν η ανάλυση γίνει σε ειδικευμένο εργαστήριο Σπερματολογίας. Μολύνσεις στα γεννητικά όργανα του άντρα, όπως περιγράφτηκε στην προηγούμενη παράγραφο, εμποδίζουν τη σωστή ωρίμανση των σπερματοζωαρίων, άρα και τη σωστή δομή της επιφάνειάς τους ή/και του ακροσώματος. Πριν χρόνια, χρησιμοποιούταν μια εξέταση που αξιολογούσε την κίνηση των σπερματοζωαρίων εντός της τραχηλικής βλέννας (Huhner test), δηλ. του υγρού που παράγεται από την είσοδο της μήτρας. Η εξέταση αυτή απαιτούσε τη λήψη του υγρού αυτού από το γυναικολόγο λίγη ώρα μετά την επαφή. Επειδή αφενός η διαδικασία ήταν δύσκολη για το ζευγάρι, ενώ αφετέρου η δυσκολία της κίνησης των σπερματοζωαρίων στην τραχηλική βλέννα οφείλεται σε παράγοντες που μπορούν να ελεγχθούν και με άλλους τρόπους, η εξέταση αυτή έχει χάσει πλέον την αξία της.

Το andro-test είναι μια εξέταση που περιγράφει πολύ περισσότερα από ένα απλό σπερμοδιάγραμμα. Περιλαμβάνει την περιγραφή πάρα πολλών παραμέτρων του σπέρματος και των σπερματοζωαρίων παρέχοντας έτσι μια πολύ καλή εικόνα της κατάστασης του ουρογεννητικού συστήματος του άντρα. Μέσω του androtest μπορούν να γίνουν αντιληπτές οι φλεγμονές, ώστε ο ουρολόγος να διερευνήσει την αιτία και να συστήσει την κατάλληλη θεραπεία.

ΦΟΡΜΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

κάνε μια ερώτηση και θα απαντήσουμε το συντομότερο